Η Πόλη δεν κοιμάται ποτέ. Κάποτε κοιμόταν, ξυπνούσε σιγά σιγά, έπινε τον καφέ της και οργάνωνε τη μέρα της. Ξυπνούσε, κοιμόταν και πάλι ξυπνούσε. Σαν την ανάσα. Γιατί δε μπορούμε μόνο να εισπνέουμε ή μόνο να εκπνέουμε. Τα κάνουμε και τα δυο και κάπου ανάμεσα στις δυο πράξεις σταματάμε να αφουγκραστούμε την σιωπή και να νιώσουμε την αναμονή και την προσδοκία. Και οι πιο μαγικές στιγμές ήταν αυτές οι σιωπές, όπου ο χώρος και ο χρόνος στεκόταν ακίνητοι ευλαβικά σχεδόν απολαμβάνοντας.
Τώρα η Πόλη δεν κοιμάται πια. Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να αναπνέουν βαθιά και δεν έχουν χρόνο για να απολαύσουν την στιγμή. Κάθε στιγμή έχει ήδη προγραμματιστεί, εκτελεστεί, αξιολογηθεί με συγκεκριμένα κριτήρια και τοποθετηθεί στο αντίστοιχο αριθμημένο ντουλαπάκι του νου δίπλα σε όλες τις άλλες. Τακτοποιημένα, ομοιόμορφα, άψυχα κουτάκια.
Η Πόλη δεν κοιμάται και δεν κατοικείται πια. Στην αγωνιώδη πορεία της αέναης ανάπτυξης έχασε σιωπηλά την ψυχή της. Κινείται διαρκώς, αγκομαχά, λειτουργεί με επιτυχία και μελετά εξονυχιστικά όλες τις δυνατότητες βελτίωσης των διαδικασιών της. Οι άνθρωποί της έχασαν την ικανότητα να αισθάνονται χαρά, αγάπη και ενθουσιασμό και άλλα παρόμοια γιατί αυτά δεν συνάδουν με τον προγραμματισμό τους για την όλο και μεγαλύτερη πρόοδο και επίτευξη των αναμενόμενων αποτελεσμάτων. Όταν η επιτυχία ταυτίζεται με την ευτυχία, τότε το πιο ευτυχισμένο είδος θα είναι ένας υπερυπολογιστής ή ένα ρομπότ.
Έτσι, τώρα πια, η Πόλη δεν κατοικείται. Μπορεί να λειτουργεί άψογα, να κινείται διαρκώς στα σπλάχνα της ένα είδος που μοιάζει με ανθρώπους, που ολοκληρώνουν και τακτοποιούν τις δουλειές τους, αλλά δεν έχει πια ανθρώπους. Τα πλάσματα δεν ονειρεύονται γιατί δεν κοιμούνται, δεν έχουν φαντασία, δεν χάνουν τον πολύτιμο χρόνο τους παίζοντας και είναι πολύ σοβαρά για να γελάσουν. Κάνουν σεξ με τον ίδιο τρόπο που τρων και πάνε στην τουαλέτα βιαστικά και προγραμματισμένα. Ο προσωπικός χρόνος για όμορφες στιγμές και τρυφερότητα είναι μια χαζή και παιδιάστικη πολυτέλεια και όσοι κάποτε τα επιζητούσαν κατηγορήθηκαν εμμέσως πλην σαφώς για ελαφρότητα και ανωριμότητα από όσους είχαν ήδη προσαρμοστεί τέλεια στην νέα ομοιόμορφη Πόλη. Αναγκάστηκαν να διαλέξουν ανάμεσα στην απορρόφηση από το σύστημα και τις σοβαρές επιχειρήσεις, που περιμένουν να συγχωρήσουν τους μετανοημένους, και στις καθόλου επικερδείς εμμονές τους, που θα τους ξέκοβαν από την ζωή της Πόλης.
Οι ονειροπόλοι και οι ποιητές έφυγαν για πάντα. Και η Πόλη πια δεν κοιμάται και δεν κατοικείται από ανθρώπους. Τα ανδρείκελα, που κυκλοφορούν στα αυτοκίνητα και στα τρένα της, έχουν προδιαγραφές και ημερομηνία λήξης με πολύ μικρό εύρος απόκλισης. Κάπου κάπου κάποιος μπορεί να σταματήσει σαν να αναρρωτιέται για κάτι αλλά σύντομα θα συνεχίσει το δρόμο του. Και πάρα πολύ σπάνια μπορεί κάποιος να εξαφανιστεί και αυτό να είναι μια απειροελάχιστη ελπίδα για την Πόλη. Αλλά ελάχιστοι θα το προσέξουν και η μηχανή θα συνεχίσει απρόσκοπτα την λειτουργία της.
Copyright © 2026 Konstantia Karletsa