Αργά και μεθοδικά το πινέλο άπλωνε τα χρώματα στον καμβά. Τα δέντρα νωχελικά τέντωναν τα ξερά τους κλαδιά, το κλασικό σπιτάκι με την κεραμιδένια σκεπή ισορροπούσε το τοπίο στα δεξιά κι εγώ έψαχνα να βρω τη δική μου ισορροπία που πρόσφατα είχε διαταραχθεί. Ο χωρισμός μου με τον άνθρωπο που πίστευα ότι θα περνούσα όλη τη ζωή μου μαζί του θα έβγαινε με κάποιον τρόπο στον πίνακα. Πάντα έβγαινε. Σταμάτησα και τον κοίταξα κουρασμένα. Μερικές πινελιές και πίσω πάλι. Η ζωγραφική ήταν ένας τρόπος θεραπείας για μένα. Αυτό που έβλεπα ήταν αυτό που είχα μέσα μου. Κι έβλεπα μια γκρίζα ερημιά.
Όχι. Ακόμα κι αν πίστευα ότι είχε καταστραφεί η ζωή μου, δε θα καταστρεφόταν και ο πίνακάς μου. Θυμήθηκα την σκηνή του χωρισμού και η θλίψη μου μετατράπηκε σε οργή. Άρπαξα σχεδόν ένα μεγαλύτερο πινέλο, το βούτηξα στο λαμπερό πράσινο και ζωντάνεψα τα δέντρα. Μετά το ξέπλυνα και επιτέθηκα στον γκρίζο ουρανό με το γαλάζιο που οφείλε να έχει σήμερα.
“Ναι”, κραύγασα, οι άνθρωποι στο σπιτάκι θα ένιωθαν όμορφα μια τέτοια ανοιξιάτικη μέρα. Το καθαρό μπλε του ουρανού μου χαμογελούσε. Ούτε ένα συννεφάκι δε θ’ άφηνα σήμερα να μου χαλάσει τη μέρα. Υπέγραψα και βγήκα για περπάτημα, ένα βήμα τη φορά.
Copyright © 2026 Konstantia Karletsa